"Η γνήσια παιδεία αντιμάχεται την ισχυρή μας τάση να θεωρούμε ότι αυτό που είναι διαφορετικό από μας είναι κατώτερο" (Paulo Freire, παιδαγωγός - φιλόσοφος, "Δέκα επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάξουν").

Ιστορία του σχολείου


Παρατίθενται δύο άρθρα:
1. Απόσπασμα από το άρθρο "Η ίδρυση του Δημοτικού Σχολείου Αστακού το 1842", του Ιωάννη Δημητρούκα
2. "Η ιστορία του Δημοτικού Σχολείου Αστακού κατά τα μέσα του 20ου και κατά τον 21ο αιώνα. Το ζήτημα της στέγασης", του Βασίλη Ζαγκότα

και στο τέλος ο κατάλογος των διατελεσάντων δ/ντων των δύο δημοτικών σχολείων



1. Η ίδρυση του Δημοτικού Σχολείου Αστακού το 1842 και οι πρώτοι του δάσκαλοι
(Απόσπασμα από άρθρο του Ιωάννη Δημητρούκα)

Ήδη από την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Αγώνα είχε συνειδητοποιηθεί η αναγκαιότητα σύστασης σχολείων βασικής εκπαίδευσης ως προϋπόθεσης για το φωτισμό του λαού και την ανοικοδόμηση της χώρας. Ο Καποδίστριας έγραφε προς το φιλέλληνα Εϋνάρδο: «Εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ στηρίξω τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς Ἑλλάδος σὲ δύο μεγάλας βάσεις, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν». Στα τέλη του έτους 1829 οι ηγούμενοι των μονών της επαρχίας Ξηρομέρου εκδήλωσαν πρωτοβουλία ίδρυσης σχολείων και για το σκοπό αυτό συγκέντρωσαν 8.100 γρόσια. Το ποσό προοριζόταν κυρίως για την οικοδόμηση Αλληλοδιδακτικού και Σχολείου Ελληνικής Γλώσσας στο Δραγαμέστο, διοικητικό κέντρο της επαρχίας με αξιόλογες οικονομικές και επικοινωνιακές δυνατότητες, αλλά και για τη μισθοδοσία των δασκάλων. Το σχέδιο εγκρίθηκε από τις αρμόδιες αρχές, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε, κυρίως διότι η Ακαρνανία δυνάμει του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου (22.01./03.02.1830) έμενε εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους.
Τελικά, μόλις την άνοιξη του 1842 και με καθυστέρηση αρκετών ετών σε σχέση με άλλες πόλεις της Ακαρνανίας, όπου τα πρώτα Δημοτικά Σχολεία ιδρύθηκαν κατά τα έτη 1837 (Βόνιτσα) και 1838 (Κατούνα), κατέστη δυνατή η έναρξη της λειτουργίας Δημοτικού Σχολείου όχι πλέον στο Δραγαμέστο, αλλά στην ταχύτατα αναδυόμενη κωμόπολη του Αστακού, έδρα του ομώνυμου Δήμου, ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1836 και διευρυνθεί το 1840. Στις 18.01.1842 το Δημοτικό Συμβούλιο Αστακού όρισε τη μηνιαία μισθοδοσία του δασκάλου στις 70 δραχμές, ποσό, το οποίο θα εγγραφόταν στον προϋπολογισμό του Δήμου και θα κατέβαλλε ο εισπράκτορας του Δημοτικού Ταμείου. Ο Διοικητής Ακαρνανίας, υπέβαλε ακριβές αντίγραφο της αποφάσεως στη Γραμματεία της Εκπαιδεύσεως, συνηγορώντας για την ικανοποίηση του αιτήματος.
Στις 16.02.1842 το Δημοτικό Συμβούλιο απέστειλε έγγραφο προς τη Διοίκηση Ακαρνανίας σχετικά με τις προϋποθέσεις λειτουργίας του Σχολείου: Το Συμβούλιο υπολόγιζε τον αριθμό των κατοίκων του διευρυμένου Δήμου σε 2970 άτομα περίπου, ενώ έκρινε ως ανεπίληπτη τη διαγωγή των δημοτών και ως επαρκή την οικονομική τους κατάσταση. Προέβλεπε ότι στο σχολείο θα φοιτούσαν περίπου 80 μαθητές. Ενημέρωνε τη Διοίκηση ότι ο Δήμος διέθετε από το 1840 νεόδμητο διδακτήριο, το οποίο χωρούσε πλέον των 100 μαθητών, ότι θα ήταν έτοιμα σύντομα τα γραφεῑα και τα θρονία των μαθητών και ότι ο Δήμος θα προμηθευόταν με δικά του έξοδα τα βιβλία και τα πινάκιά τους (ἀββάκια) από τη Διοίκηση. Διευκρίνιζε ότι ο Δήμος είχε ετήσια φορολογικά έσοδα 7000 δραχμών και ήταν σε θέση να καταβάλλει στο δάσκαλο μηνιαίο μισθό 70 δραχμών. Τέλος πληροφορούσε τη διοίκηση ότι οι εκπαιδευτικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας καλύπτονταν μέχρι τότε πλημμελώς με την πρόσληψη «παιδαγωγών» ή «κοινοδιδασκάλων», οι οποίοι πληρώνονταν άλλοτε από τους γονείς των μαθητών και άλλοτε από το Δήμο.
Το σχολείο των κοινών γραμμάτων, στο οποίο δίδασκαν δάσκαλοι αυτού του είδους, είχε μακρά παράδοση, αφού οι ρίζες του ανάγονταν στο Βυζάντιο, αλλά συνέχισε να λειτουργεί ως «γραμματοδιδασκαλείον» καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Το σχολείο αυτό λειτουργούσε άτυπα στο πλαίσιο της ενορίας ή της κοινότητας και επομένως δεν είχε θεσμική υπόσταση, ενώ στεγαζόταν συνήθως στο γυναικωνίτη της εκκλησίας ή στο κελί ενός μοναστηριού. Χρέη δασκάλου σ’ αυτό έκανε ο ιερέας ή ο αναγνώστης της εκκλησίας ή οποιοσδήποτε άλλος διέθετε στοιχειώδεις γνώσεις. Η διδασκαλία των κοινών γραμμάτων (γραφή και ανάγνωση) άρχιζε με τα πινακίδια και συνεχιζόταν με την Παιδαγωγία ή «φυλλάδα», τον Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τον Απόστολο.
Οι ανεπίσημοι δάσκαλοι αυτού του είδους συνέχισαν να δραστηριοποιούνται και μετά τη σύσταση του Δημοτικού Σχολείου, δημιουργώντας έτσι προσκόμματα στην ομαλή λειτουργία του. Γνωστός κοινοδιδάσκαλος ή γραμματοδιδάσκαλος στο Ξηρόμερο ήταν ο Φανουήλ Πεταλάς, ιερομόναχος και ηγούμενος της μετέπειτα διαλυθείσης μονής των Αγίων Αποστόλων Κανδήλας (1833-1834). Με διάβημα του δημάρχου Ανακτορίων Ι. Γαβριλάκη ο Πεταλάς είχε εξασφαλίσει από το 1834 ως ελληνοδιδάσκαλος άδεια διδασκαλίας από τη Διοίκηση Ακαρνανίας και είχε εργαστεί στο Ελληνοδιδασκαλείο Βόνιτσας, αλλά και στο Αιτωλικό. Τώρα δίδασκε βάσει συμβολαίου στους νεαρούς βλαστούς μιας μερίδας ευϋπόληπτων Αστακιωτών, στους οποίους ανήκαν ο Γ. Χ. Πράντζος, ο Ι. Παπαθανασίου, ο Ν. Δ. Λιαμποβίτης, ο Σ. Γιομένος και ο ιερομόναχος Γρηγόριος. Μετά από παρέμβαση του Ι. Π. Κοκκώνη, Διευθυντή του Διδασκαλείου και Γενικού Επιθεωρητή των Δημοτικών Σχολείων, ο Διοικητής Ακαρνανίας Λυκούργος Κρεστενίτης προχώρησε στην παύση του Φανουήλ, ο οποίος έκτοτε διατηρούσε το δικαίωμα να διδάσκει μόνο μαθητές με απολυτήριο Δημοτικού. Όταν ο δήμαρχος Αστακού κοινοποίησε στο Φανουήλ την παύση του (03.05.1843), οι γονείς (κληρικοί, έμποροι, κτηματίες), στους οποίους εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος, διαμαρτυρήθηκαν με έγγραφο, στο οποίο εξήραν τις αρετές του (εντιμότητα, επιμονή και εύτακτη διαγωγή), επικαλούμενοι, αφενός, το νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, «να έχει ο καθείς διδάσκαλον ιδιαίτερον», και, αφετέρου, την ανυπαρξία Ελληνοσχολείου στον Αστακό.
Το Δημοτικό Σχολείο Αστακού, του οποίου η ακριβής θέση είναι άγνωστη, επιτέλεσε σημαντικό παιδευτικό έργο από την αρχή της λειτουργίας του (άνοιξη του 1842) και σύντομα καταξιώθηκε στη συνείδηση των αρχών και των δημοτών, χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Δ. Ζανάτου που υπήρξε ο πρώτος του δάσκαλος. Έτσι ο δήμαρχος Γ. Μαγγίνας επαινούσε στις 14.10.1843 την προσφορά του, τονίζοντας ότι, όπως διαπιστώθηκε «διὰ τῶν κατὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου ε. ε. [1843] δημοσίων καὶ ἐνώπιον τοῡ Διοικητοῡ, ἡμῶν καὶ τῆς διμελοῡς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς δοθεισῶν ἐξετάσεων», οι μαθητές, αν και «ἀναγωγότατοι καὶ οἱονεὶ θηρία ἐξαγριωμένα», είχαν προοδεύσει σημαντικά στη γραφή, την ανάγνωση, την αριθμητική, τη χριστιανική διδασκαλία και τη θεωρία της Γραμματικής, κυρίως χάρη στον διακαή ζήλο του δασκάλου για τη εκπαίδευσή τους. Αλλά και οι πολίτες του Αστακού εξέφρασαν με έγγραφο προς τη Γραμματεία της Δημ. Εκπαιδεύσεως άκρα ευαρέσκεια για το Δ. Ζανάτο, ο οποίος «ἐξησκημένος εἰς ἄκρον τὴν ἀλληλοδιδακτικὴν μέθοδον, καὶ ἔχων γνώσεις καλὰς τῆς πατρικῆς ἡμῶν γλώσσης ὡς ἄριστος παιδαγωγός, διὰ τῆς ἐμπειρίας καὶ ἱκανότητός του καὶ διὰ τῆς ἀόκνου καὶ συντόνου ἐπιμελείας του συνέτεινε τὰ μέγιστα πρὸς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ὑπὸ τὴν ἐπίσκεψιν αὐτοῡ μαθητῶν» και ζήτησαν να μη μετατεθεί, «ἵνα μὴ λάβωσιν ἀπασχολίαν οἱ δυστυχεῑς παῑδες ἡμῶν, καὶ μετασταθῶσι πάλιν εἰς ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ὅτι ἔλαβον τὴν ἀγαθὴν τύχην νὰ βαδίζωσι τὴν εὐθεῑαν ὁδόν, γυμναζόμενοι οὐ μόνο τὴν ἐπίδοσιν τῆς παιδείας των, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐταξίαν καὶ κοσμιότητα τῆς διαγωγῆς των». Το έγγραφο υπογραφόταν από μισή εκατοντάδα Αστακιώτες (23.01.1844).
Η Αλληλοδιδακτική Μέθοδος, η οποία βασιζόταν στη στενή συνεργασία δασκάλου και πρωτόσχολων, είχε διάφορα μειονεκτήματα (μηχανιστικός τρόπος διδασκαλίας, αποστήθιση της ύλης και άκρα πειθαρχία και αυστηρότητα των ποινών), και γι’ αυτό, όταν εισήχθη στην Ελλάδα, είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται από τους υποστηρικτές της στην Ευρώπη (1834). Παρά ταύτα, η διδακτική αυτή μέθοδος επιβλήθηκε τελικά στη Ελλάδα κι αυτό πρέπει να αποδοθεί στο ότι ήταν ολιγοδάπανη και κατάλληλη για τη μόρφωση των παιδιών στους (κατά κανόνα) φτωχούς δήμους της χώρας. Σοβαρό πρόβλημα αποτελούσε και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των δασκάλων, αν και ο Ζανάτος φαίνεται ότι ήταν καταρτισμένος και αποδοτικός δάσκαλος.
Πέραν της ύπαρξης ιδιοσυντηρήτων κοινοδιδασκάλων, η οποία επέφερε μείωση των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου (αναφορά του δασκάλου από 09.11.1843), σοβαρό πρόβλημα δημιουργούσε η έλλειψη βιβλίων και υλικού, αλλά και η καθυστέρηση της μισθοδοσίας του δασκάλου. Το Νοέμβριο του 1843, δηλαδή μετά από 18-19 μήνες λειτουργίας του Σχολείου, ο Δήμος όφειλε στο Ζανάτο ήδη 250 δραχμές, ποσό που ισοδυναμούσε με τους μισθούς πέντε μηνών.
Στο μεταξύ ο Ζανάτος, δυσαρεστημένος με όλα αυτά τα προβλήματα, είχε ζητήσει και είχε λάβει από το Υπουργείο στις 25 Μαΐου 1844 μετάθεση για το Αιτωλικό.


2. Η ιστορία του Δημοτικού Σχολείου Αστακού κατά τα μέσα του 20ου και κατά τον 21ο αιώνα. Το ζήτημα της στέγασης.
(Βασίλειος Ζαγκότας)

Η αυξανόμενη ανάπτυξη του εμπορίου και η εκμετάλλευση της γεωγραφικής θέσης του Αστακού δημιούργησε τις προϋποθέσεις για συνεχή αύξηση του μαθητικού πληθυσμού. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, παρά τις συνεχείς διαρροές, το σχολείο αρρένων αριθμούσε 69 μαθητές και το θηλέων 37 μαθήτριες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη η εκπαίδευση δεν ήταν υποχρεωτική και πολλοί μαθητές ακολουθούσαν τους γονείς τους στις αγροτικές- και άλλες- εργασίες. Ως εκ τούτου, οι καταστάσεις μαθητών δεν αντικατοπτρίζουν την εικόνα του γενικού πληθυσμού.
Το βασικότερο πρόβλημα των διδακτηρίων του Αστακού υπήρξε το στεγαστικό. Μόνιμο κτίριο δεν υπήρχε και η σχολική εφορεία αναγκαζόταν να ενοικιάζει κτίρια πολιτών προκειμένου να στεγαστούν οι μαθητές. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950, η σχολική εφορεία αποδέχτηκε το μέρος του κληροδοτήματος του καθηγητή Γεωργίου Καραμούζη και ξεκίνησε τη διαδικασία για την ανέγερση του διδακτηρίου του Α' Δημοτικού Σχολείου. Τα πρώτα σχέδια για το διδακτήριο εκπόνησε ο αρχιτέκτονας Πέτρος Νιαγάσας και αυτά διατηρήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό και κατά την τελική μορφή του διδακτηρίου. Παράλληλα, προκειμένου να καταπολεμηθεί η μαθητική διαρροή, ο βασιλιάς Παύλος εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ίδρυε νυκτερινές σχολές, μία εκ των οποίων στεγάστηκε από το 1957 ως το 1972 στις εγκαταστάσεις του Α΄ Δημοτικού Σχολείου.

Αγιασμός κατά την ανέγερση των διδακτηρίων

Ενώ η ανέγερση του Γυμνασίου πραγματοποιήθηκε με τα χρήματα της δωρεάς Καραμούζη (εξ’ ού και η ονομασία «Καραμούζειο»), αυτή του Δημοτικού Σχολείου χρειάστηκε να ενισχυθεί με έρανο και κρατική επιχορήγηση. Η πρόταση του εργολάβου, μάλιστα, ήταν να ανεγερθεί και δεύτερο, μικρότερο κτίριο, δυτικά του υπάρχοντος, ώστε να στεγαστούν γραφεία, αποθήκες, βοηθητικοί χώροι και τρεις ακόμη αίθουσες, αλλά η πρόταση αυτή δεν προχώρησε επειδή οι απαιτήσεις σε χρήματα ήταν πολλές και δεν υπήρχαν ανάλογες μελέτες. Ο χώρος που επιλέχθηκε ήταν το ελαιοστάσιο του Αγίου Νικολάου, δίπλα στο παλαιό νεκροταφείο της πόλης. Η δημοπρασία διεξήχθη σε δύο φάσεις, το 1963 και το 1964 και το έργο ανέλαβε ο εξ Αγρινίου εργολάβος Γεώργιος Χαραλάμπους, οποίος διατήρησε σε μεγάλο ποσοστό τα σχέδια του Νιαγάσα. Το 1967, ο τότε διευθυντής Ιωάννης Φραίμης παρέλαβε το νέο διδακτήριο, το οποίο, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία της εποχής, εξαρχής δεν επαρκούσε για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της μονάδας, καθώς δεν είχε προκριθεί η ανέγερση βοηθητικού οικίσματος.
Μέσα σε όλα αυτά, στα επόμενα χρόνια και με βάση την αύξηση του μαθητικού πληθυσμού, η σχολική μονάδα έλαβε αλλεπάλληλες προαγωγές: από το 1963 μέχρι το 1965 το σχολείο έγινε εννιαθέσιο και έτσι μέχρι τη δεκαετία του 1980. Στο μεταξύ, τη θέση του Ι. Φραίμη (μετά από 16 συνεχή χρόνια) έλαβαν κατά την περίοδο της δικτατορίας διαδοχικά ο Αθ. Τραγόμαλλος για 3έτη, η Παρασκευή Γρουμπού, ο Αλκιβιάδης Νικολόπουλος και η Σπυριδούλα Παππά.
Το Κεντρικό Διδακτήριο της οδού Καραμούζη, νεόδμητο (τέλη δεκαετίας 1960)

Με το ΦΕΚ 142Α της 13ης/07/1959 ιδρύθηκε το διθέσιο 2ο Δημοτικό Σχολείο, για το οποίο το 1963 παραχωρήθηκε στην τότε κοινότητα οικόπεδο στο οποίο ανηγέρθη με ευθύνη του Ο.Σ.Κ. το διδακτήριο του Χοβολιού, το οποίο το 1973 παραδόθηκε προς χρήση. Την ίδια χρονιά (1963) οριοθετήθηκε η διαχωριστική γραμμή των δύο σχολείων με έγγραφο της Δ/νσης Π.Ε.: "... αύτη άρχεται εκ του λιμενοβραχίονος, ακολουθεί την οδόν Νίκης μέχρι και της οικίας Δημητρίου Τσελεπή ... εκείθεν στρέφει αριστερά ανερχομένη δεξιόθεν της οικίας Γερασίμου Τζωρτζάτου, κατόπιν στρέφει δεξιά με της αριστεράς γωνίας οικίας Δημητρίου Μπουρνάζου, εκείθεν ανέρχεται αριστερόθεν της οικίας Δημητρίου και Γεωργίου Μπλούμη, εκείθεν αριστερόθεν της οικίας Βασιλείου Καρακώστα, ανέρχεται αριστερόθεν οικίας Αναστασίας Μπάκα και τελευτά αριστερόθεν οικίας Δημητρίου Καλούδη με τελευταίον ορόσημον υπερκείμενον βράχον, κείμενον εις αντίθετον του λιμενοβραχίονος παρυφήν κωμοπόλεως". Έτσι, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα στον Αστακό λειτουργούσαν δύο δημοτικά σχολεία, ένα εννιαθέσιο (1ο) και ένα διθέσιο, το οποίο έφτασε να προαχθεί και σε τετραθέσιο (2ο). Ωστόσο, παρόλη την αρχική μείωση του μαθητικού πληθυσμού του 1ου Δημοτικού Σχολείου, το στεγαστικό ζήτημα παρέμενε οξύ. Μάλιστα, το σχολείο δεν διέθετε ούτε στοιχειώδη περίφραξη, με την τότε διεύθυνση του σχολείου να ζητά την κατασκευή μαντρότοιχου, ώστε οι ντόπιοι οδηγοί να μην μπορούν να εκτελούν αναστροφή των οχημάτων τους μέσα στα όρια του προαυλίου.

 Από την τελετή των εγκαινίων του 2ου Δημοτικού Σχολείου (1973)

Έως το 1978, το πρόβλημα των διδακτηρίων έγινε εντονότερο και οδήγησε την τότε σχολική εφορεία, αποτελούμενη από τους κ. Κ. Φραίμη, Αν. και Δημ. Βασιλείου, να υποβάλουν υπόμνημα προς τον υπουργό Δημοσίων Έργων κ. Χριστόφορο Στράτο, αναφέροντας ότι "το υπάρχον διδακτήριον δεν καλύπτει σήμερον τας στεγαστικάς ανάγκας του Σχολείου τούτου" και ότι "τας αυτάς στεγαστικάς ανάγκας παρουσιάζει και το παραπλεύρως του σχολείου μας κείμενον Καραμούζειον Γυμνάσιον-Λύκειον Αστακού". Μέχρι τότε, οι ανάγκες σε επιπλέον αίθουσες για το Δημοτικό Σχολείο καλύπτονταν από μισθώσεις επιπλέον παρακείμενων κτιρίων, τακτική που είχε ακολουθηθεί και πριν την ανέγερση του Κεντρικού Διδακτηρίου με τη μίσθωση του οικήματος Μπαμπούρη-Μανδανίση ή του οικήματος Κλαδευτήρα. Τα υπουργεία Δημοσίων Έργων και Παιδείας καθώς και η Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας διερεύνησαν τη δυνατότητα παραχώρησης έκτασης στον Άγιο Ανδρέα (περιοχή ανάμεσα σε Ρεβελί και Βαρκά), ωστόσο ο τότε υπουργός Παιδείας Ι. Βαρβιτσιώτης επεσήμαινε ότι οι πιστώσεις του Π.Δ.Ε. ήταν μη επαρκείς για την εξ' ολοκλήρου αγορά οικοπέδου. Στην υπόθεση, η οποία φαίνεται ότι εξαρτιόταν πλέον από την τοπική αυτοδιοίκηση, παρενέβη και η Προεδρία της Δημοκρατίας με σχετικό έγγραφο προς τον τότε νομάρχη, ωστόσο η υπόθεση φαίνεται ότι έμεινε στάσιμη.
Η δεκαετία του 1980 κύλησε ομαλά, χωρίς ουσιαστικές μεταβολές στον μαθητικό πληθυσμό. προκειμένου να μετριαστεί τι ζήτημα της έλλειψης αιθουσών, το 1982 δημιουργήθηκαν στο κεντρικό διδακτήριο οι δύο δυτικές αίθουσες του ισογείου και του α΄ ορόφου, με τη μεταφορά του κλιμακοστασίου εξωτερικά. Από το 1978 και καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 είχε αναλάβει τη διεύθυνση ο Ευστ. Παπαδημητρίου.
Η δεκαετία του 1990 βρήκε το σχολείο υπό τη διεύθυνση της Ερασμίας Κότταρη-Βασιλείου. Το 1994 υπήρξε μια από τις πλέον σημαντικές στην σύγχρονη ιστορία της σχολικής μονάδας καθώς επήλθε η συγχώνευση με το 2ο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο στεγαζόταν στο επί δικτατορίας ανεγερθέν διδακτήριο του Χοβολιού. Το 2ο Δημοτικό Σχολείο λειτουργούσε ως ολιγοθέσιο (2/θ ή 3/θ) και αυτό δημιουργούσε ανισότητες για ορισμένους μαθητές της πόλης, οι οποίοι καλούνταν να παρακολουθήσουν πρόγραμμα ολιγοθέσιου σχολείου. Με το ΦΕΚ 464/21-06-1994 ιδρύθηκε το ενιαίο πλέον Δημοτικό Σχολείο Αστακού, στην ονομασία του οποίου έμεινε το τακτικό αριθμητικό «1ο» για να θυμίζει τα πάλαι ποτέ δύο σχολεία. Ωστόσο, παρά τη συγχώνευση, οι εγκαταστάσεις του 1ου Δημοτικού Σχολείου στην οδό Καραμούζη δεν επαρκούσαν για να καλυφθούν ανάγκες στέγασης των μαθητών και η σχολική μονάδα αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το κτίριο του Χοβολιού, στεγάζοντας εκεί τις μεγαλύτερες τάξεις. Η κατάσταση αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα, ταλαιπωρεί τη σχολική κοινότητα σε πολλούς τομείς και καμία μέριμνα δεν έχει ληφθεί για κατασκευή σύγχρονου διδακτηρίου. Την ίδια χρονιά (1994) συστάθηκε και η πρώτη οργανική θέση Φυσικής Αγωγής (είχε ήδη προηγηθεί η αντίστοιχη Αγγλικής Γλώσσας το 1993), ενώ ανέλαβε τη διεύθυνση η Μαρία Ζαβιτσάνου, η οποία έμελλε να γίνει η μακροβιότερη (μαζί με τον Ι.Φραίμη) διευθύντρια της -ενιαίας πλέον- μονάδας.
Μέχρι το 2000, το σχολείο προήχθη σταδιακά σε δωδεκαθέσιο, ωστόσο κάποιες χρονιές λειτούργησε με παραπάνω από δώδεκα τμήματα, ενώ με πλήθος δωρεών ολοκληρώθηκε η δανειστική του βιβλιοθήκη. Το 2001 εντάχθηκε στην 9η Εκπαιδευτική Περιφέρεια Σχολικού Συμβούλου με έδρα τη Βόνιτσα, ενώ το 2003 συστάθηκε οργανική θέση για το ολοήμερο τμήμα. Το 2005 ιδρύθηκε με ΦΕΚ το Ολοήμερο Τμήμα (το σχολείο έλαβε πλέον τη σημερινή του ονομασία) και το Τμήμα Ένταξης. Από το 2013 (ΦΕΚ 1583/21-06-2013), το σχολείο ως το 2016 το σχολείο λειτούργησε με ενιαίο αναμορφωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Την ίδια χρονιά (2013), δημιουργήθηκαν και τα δύο εργαστήρια Πληροφορικής του σχολείου.
Στη σημερινή εποχή, το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει οξύτατο, προξενώντας πολλαπλά προβλήματα στη σχολική κοινότητα, η οποία παραμένει διαιρεμένη, αλλά και στην εύρυθμη λειτουργία της σχολικής μονάδας. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, η λύση που προωθήθηκε ήταν η ανέγερση νέου γυμνασίου στο οικόπεδου του Χοβολιού και η παραχώρηση του νυν κτιρίου του γυμνασίου στο δημοτικό σχολείο. Παρ' όλα αυτά, μέχρι σήμερα η λύση αυτή παραμένει στα χαρτιά, ενώ το κτιριακό πρόβλημα συνεχίζει να υφίσταται.


3. Διατελέσαντες διευθυντές 1ου Δημοτικού Σχολείου 
(πριν και μετά τη συγχώνευση με το 2ο)

2017-: Κούσης Αθανάσιος

2013 - 2017: Βασίλειος Ζαγκότας
2010 - 2013: Ιωάννης Βασιλάκης
1994 - 2010: Μαρία Ζαβιτσάνου
1988 - 1994: Ερασμία Κότταρη
1973 - 1988: Ευστάθιος Παπαδημητρίου
1972 - 1973: Παρασκευή Γρουμπού
1971 - 1972: Σπυριδούλα Παππά
1971: Αλκιβιάδης Νικολόπουλος
1968 - 1971: Αθανάσιος Τραγόμαλος
1952 - 1968: Ιωάννης Φραίμης
1938-1952: Αργυρή Σκαστήρη
1935-1938: Δημήτριος Παύλου
1902-1913: Χαρίλαος Μαγγίνας


2ου Δημοτικού Σχολείου
(1994: Συγχώνευση με 1ο Δημοτικό Σχολείο)

1992-1994: Αγλαΐα Κατσαρομήτσου
1991-1992: Ιωάννης Βασιλάκης
1990-1991: Αγλαΐα Κατσαρομήτσου
1989 - 1990: Παναγιώτης Παπαδάτος
1988-1989: Αγλαΐα Κατσαρομήτσου
1986 - 1988: Δημήτριος Παπαλέξης
1985: Ευάγγελος Τσάρκος
1984 - 1985: Παναγιώτα Γιωτοπούλου
1980 - 1983: Σπυρίδων Χαρισιάδης
1977 - 1980: Παναγιώτης Ράπτης
1976 - 1977: Αικατερίνη Παπαδογιώργου
1968 - 1976: Κωνσταντίνος Μπόσμος
1965 - 1967: Ιωάννης Κοντός
1963 - 1965: Μαρία Αποστολοπούλου
1962-1963: Παναγιώτης Λάμπρου
1961 - 1962: Σπυριδούλα Παππά


Σημείωση: Παρακαλούμε όποιον ενδιαφέρεται να μας βοηθήσει στη σύνθεση της ιστορίας του σχολείου μας να επικοινωνήσει μαζί μας στο 2646041213. Μας ενδιαφέρει η συλλογή υλικού: προφορικές μαρτυρίες, γραπτά κείμενα και φωτογραφίες τις οποίες μπορείτε να μας δανείσετε. Επίσης, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας εάν διαπιστώσετε κάποια παράλειψη ή ανακρίβεια στα κείμενά μας.

Βρείτε στοιχεία για την ιστορία του σχολείου μας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Μεσολόγγι): Μαθητολόγια, Γενικοί Έλεγχοι, Βιβλία Μητρώου, Βιβλία Πιστοποιητικών Σπουδής, Πρωτόκολλα Αλληλογραφίας, Βιβλία Πρακτικών, Φάκελοι Αλληλογραφίας, κ.α., τα οποία καλύπτουν την περίοδο 1902-1994.

Δεν υπάρχουν σχόλια: